Lately something strange takes place

TEXT BY Alkiviadis Y. Translation by Kerannume

Chris Killip, Untitled 1987, from the book In Flagrante two, Steidl Verlag, ISBN 978-3-86930-960-6 ©

Γνωρίζω την μοίρα μου, είμαι φτωχός,


δεν γνώρισα, δεν με γνώρισαν,

ανήκω στους τελευταίους,

στους ατελείς

σ’αυτούς που πέθαναν μόλις υπήρξαν,

στους ολίγους, σύμφωνα με τις στατιστικές,

αν και οι όμοιοί μου είναι πολλοί,

κρυμμένοι στους υπονόμους, στις στοές, στα γκρεμισμένα σπίτια,


Έχω πολύ χρόνο ελεύθερο στο να αισθάνομαι ανυπαρξία,

να αναζητώ το αυτονόητο,

λίγη τροφή,


ενώ, για τους ολίγους, άφθονη,

Το βράδυ το φεγγάρι όταν μου σκεπάζει το πρόσωπο, κλαίει για το χαμό μου,

με λυπούνται τα άψυχα αντικείμενα,

τα παγκάκια των πλατειών

οι λεύκες των πεζοδρομίων ,τα αρπακτικά κάθε λογής,

φίλος τους είμαι,

μα δεν μιλώ μόνο βρυχάμαι,

δεν με ενδιαφέρει η ομιλία των ανθρώπων,

δεν έχω κάτι να πω,δεν είμαι όμοιός τους,

O ίσκιος μου με συντροφεύει,

βλέπω έναν ψηλό άνθρωπο, θαρραλέο,

να διασχίζει τους δρόμους ακίνδυνα,

να μην χρειάζεται να παρουσιασθεί στα

αστυνομικά τμήματα,

στην ενορία συσσιτίων,

και γώ δειλός να σκιάζομαι από τα φώτα της πόλης……


Τελευταία συμβαίνει κάτι περίεργο,

μπορώ να το αντιμετωπίσω,


ίσως μία άγνωστη για μένα ασθένεια με περιτριγυρίζει.

μου χαλάει το νου, θέλει να ανήκω… ως πρόσωπο ως ύπαρξη…

και νοιώθω την δυστυχία φορές φορές λιγότερη,

να με εγκαταλείπει,

τώρα και ο πιστός μου φίλος

μου χαμογέλασε……

I know my destiny, I am poor,


I have not known, they have not known me,

I belong to the bottom of the pile,

to the imperfect,

to the ones that died once they came to be,

to the few, according to the statistics,

even if the ones like me are many,

hidden in the gutters, under the archways, in the collapsed houses;


I have a lot of free time to feel nothingness,

to search for the self-evident,

some food,

hard to come by,

but, for the few, abundant;

At night when the moon covers my face, it weeps for my ruin,

inanimate objects feel sorry for me,

the benches at squares,

the aspens of the pavements, the vultures of every sort

friend of theirs I am;

but I don’t talk I just growl,

I am not interested in the speech of men,

I have nothing to say, I am not like them;

My shadow keeps me company,

I see a tall man, courageous,

crossing the streets without danger,

without having to appear

in police stations

at the local food bank,

and I, cowardly startled from city lights…


Lately something strange takes place,

I can confront it

I protest…

perhaps an illness unknown to me hovers about me,

it ruins my mind, it wants me to belong, as a person, as a being

and I feel the sadness less at times,

abandoning me,

now and my loyal friend

smiled at me…

Alkiviadis Y. writes poetry and literature. He holds dear Louis-Ferdinand Céline, Kostas Varnalis and surrealist poetry. He aspires to a life where utopias become reality for all those that travelled the abyss to build them.